ΑΤΛΑΝΤΙΚ
Σε κατάσταση πτώχευσης κηρύχθηκε χθες η "Ατλάντικ" ύστερα από σχετική απόφαση που εξεδόθη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφήνοντας στον δρόμο περίπου 800 εργαζομένους, ενώ παρέμειναν τα μεγάλα "φέσια" (άνω των 200 εκατ. ευρώ) στις τράπεζες και σε περίπου 2.000 προμηθευτές της αλυσίδας σούπερ μάρκετ σε όλη τη χώρα.
Σε κατάσταση πτώχευσης κηρύχθηκε χθες η "Ατλάντικ" ύστερα από σχετική απόφαση που εξεδόθη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφήνοντας στον δρόμο περίπου 800 εργαζομένους, ενώ παρέμειναν τα μεγάλα "φέσια" (άνω των 200 εκατ. ευρώ) στις τράπεζες και σε περίπου 2.000 προμηθευτές της αλυσίδας σούπερ μάρκετ σε όλη τη χώρα.
Σύμφωνα με πληροφορίες από την αγορά, τα συνολικά χρέη της εταιρείας (προς τις τράπεζες, τους προμηθευτές, τα ασφαλιστικά ταμεία, την εφορία και τους εργαζομένους) φθάνουν σήμερα τα 220 εκατ. ευρώ, ωστόσο μόλις το 6,7% των πιστωτών της εταιρείας δέχθηκαν συμβιβασμό, αποτυγχάνοντας έτσι η εταιρεία να μπει στο άρθρο 99.
Σημειώνεται παράλληλα ότι με την εξέλιξη αυτή δεν θα μπορέσουν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις οι εργαζόμενοι του ομίλου, όπως άλλωστε και τα χρήματα που διεκδικούν από την "Ατλάντικ" τράπεζες και προμηθευτές.
Διαδικασία
Πρόκειται για έναν... "προαναγγελθέντα θάνατο", καθώς η σχετική διαδικασία είχε ξεκινήσει από τον περυσινό Ιούλιο, οπότε η εταιρεία είχε καταθέσει αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα. Μέχρι τότε η εταιρεία λειτουργούσε δίκτυο 145 καταστημάτων, τα οποία από πέρυσι είχε ξεκινήσει να πουλάει προκειμένου να καλύψει μέρος των υποχρεώσεων προς τους προμηθευτές της.
Η εταιρεία, σε ανακοίνωσή της τον περασμένο Μάιο, είχε αναφέρει πως, από τον Ιούλιο του 2010, οπότε έκανε αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 99 του Πτωχευτικού Κώδικα, προχώρησε σε λύση μισθώσεων και πώληση του παγίου εξοπλισμού 103 καταστημάτων, ενώ έλυσε τις μισθώσεις και διέκοψε τη λειτουργία 27 καταστημάτων, με αποτέλεσμα το δίκτυο της εταιρείας να αριθμούσε πλέον 31 καταστήματα (και σήμερα γύρω στα 25).
Σημειώνεται ακόμη ότι τον Μάιο απασχολούνταν στην Ατλάντικ 844 εργαζόμενοι, έναντι 1.606 στο τέλος του 2010 και 3.987 ατόμων το 2009.
ΠΗΓΗ